εργασείω

ἐργασείω (Α)
επιθυμώ να εργαστώ, να πράξω κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εφετικό παράγωγο από το αοριστικό θ. εργασ- τού εργάζομαι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐργασείειν — ἐργασείω long to do. be about to do pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργασείεις — ἐργασείω long to do. be about to do pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργασείων — ἐργασείω long to do. be about to do pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμασείω — (Μ) τείνω να θαυμάσω, ποθώ να θαυμάσω. [ΕΤΥΜΟΛ. Εφετικό τού θαυμάζω με την κατάλ. σείω (πρβλ. εργασείω)] …   Dictionary of Greek

  • κατεργάσειεν — κατά ἐργασείω long to do. be about to do imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.